Γιατί η έλξη δεν είναι αρκετή για να κρατήσει μια σχέση; Σε αυτό το άρθρο αναλύουμε τη διαφορά ανάμεσα στην έλξη, τη σύνδεση και τη χημεία που δημιουργεί σταθερές σχέσεις.
Η έλξη είναι συχνά το πρώτο πράγμα που μας κάνει να πλησιάσουμε έναν άνθρωπο. Είναι το βλέμμα, η χημεία, η αίσθηση ότι ¨κάτι συμβαίνει¨ χωρίς να μπορούμε να το εξηγήσουμε. Και ναι, είναι δυνατή. Είναι έντονη. Είναι μαγνητική.
Αλλά δεν είναι φτιαγμένη για να κρατάει μια σχέση στον χρόνο.
Πολλές σχέσεις ξεκινούν με πάθος και τελειώνουν με απορία: ¨Αφού υπήρχε τόση έλξη, γιατί δεν άντεξε;¨
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην έλλειψη συναισθημάτων, αλλά στη σύγχυση ανάμεσα στην έλξη και στη σύνδεση.
Η έλξη είναι χημεία στιγμής
Η έλξη βασίζεται κυρίως σε νευροχημικές διεργασίες. Η ντοπαμίνη μας κάνει να νιώθουμε ενθουσιασμό, προσμονή, ένταση. Μας ωθεί προς τον άλλον. Μας κρατά σε εγρήγορση.
Όμως αυτή η χημεία δεν έχει διάρκεια από τη φύση της. Ο εγκέφαλος δεν μπορεί να λειτουργεί μόνιμα σε κατάσταση ¨φωτιάς¨.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η έλξη είναι ψεύτικη. Σημαίνει απλώς ότι έχει διαφορετικό ρόλο: ξεκινά τη σχέση, δεν τη συντηρεί.
Όταν μπερδεύουμε την ένταση με τη σύνδεση
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι όσο έντονη είναι η έλξη, τόσο βαθιά είναι και η σχέση. Έτσι, όταν η ένταση μειώνεται, πανικοβάλλονται. Θεωρούν ότι ¨κάτι χάλασε¨ ή ότι ¨δεν ήταν το σωστό άτομο¨.
Στην πραγματικότητα, αυτό που τελειώνει συνήθως δεν είναι η σχέση, αλλά το αρχικό νευροχημικό κύμα. Και τότε έρχεται το κρίσιμο σημείο:
Υπάρχει κάτι από κάτω για να συνεχίσει;
Η χημεία που κρατάει
Οι σχέσεις που αντέχουν στον χρόνο δεν βασίζονται μόνο στη ντοπαμίνη. Βασίζονται σε άλλες χημικές και συναισθηματικές διεργασίες, όπως η ωκυτοκίνη και η βαζοπρεσσίνη. Αυτές σχετίζονται με την ασφάλεια, τη δέσμευση, την εμπιστοσύνη και τη σταθερότητα.
Με απλά λόγια:
η έλξη σε φέρνει κοντά,
η ασφάλεια σε κρατά κοντά.
Χωρίς αίσθηση ασφάλειας, ακόμα και η πιο δυνατή έλξη γίνεται αγχώδης, ασταθής και τελικά κουραστική.
Γιατί πολλές σχέσεις βασίζονται μόνο στην έλξη
Γιατί η έλξη είναι άμεση και εύκολα αναγνωρίσιμη. Δεν απαιτεί δουλειά, επικοινωνία ή συναισθηματική ωριμότητα.
Η σύνδεση όμως απαιτεί:
-
παρουσία
-
συνέπεια
-
συναισθηματική διαθεσιμότητα
-
ικανότητα να αντέχουμε τη ρουτίνα και τη διαφορά
Και αυτά δεν τα έχουμε όλοι μάθει.
Η μετάβαση από το ¨θέλω¨ στο ¨χτίζω¨
Σε κάθε σχέση έρχεται μια στιγμή που το ερώτημα αλλάζει. Δεν είναι πια ¨πόσο με έλκει¨, αλλά:
-
Μπορώ να είμαι ο εαυτός μου εδώ;
-
Νιώθω ασφαλής να εκφραστώ;
-
Υπάρχει χώρος για εξέλιξη και για τους δύο;
