Από: Άρτεμις Δημητρίου –
Σκιαγράφηση…
Γυναίκα
Μετρίου ύψους
δέρμα μαύρα μαλλιά και μαύρα
Λευκό
Πάλλευκο
Επιβλητική μορφή
Ανάρμοστα άγερωχη
Ξεπρόβαλε θυμάμαι από παντού
Από δρόμους πολύβουους, λεωφόρους
Σοκάκια σκοτεινά με τον άνεμο να τρέχει μέσα τους ουρλιάζοντας, να θέλει να ξεφύγει
Από την εκστατική εκείνη μυρωδιά του χώματος προτού χυθεί η πρώτη στάλα απ’ το μανιασμένο σύννεφο
από τα μάτια ενός παιδιού που καθρεφτίζει στον σύμπαν από
κιόλας
.
ιδρώτα του αγρότη
Όμως αυτή δεν γνώριζε αφεντικά
Δεν υποτάχθηκε ποτέ της σε κανέναν
Όποιος την κυνήγησε έχασε το μονοπάτι
Όποιος τη φώναξε δυνατά δεν ξαναβρήκε τη μιλιά του
Μονάχα περαστική ερχόταν για λίγο
Γελούσε με τα παιδιά του ήλιου
Χρωμάτισε την ψυχή
Αρωμάτισε την απώλεια.
Μόνο ένα βράδυ την άκουσα να κλαίει,
Απ’ την αρχή του κόσμου της δώσανε ονόματα πολλά έλεγε
Δαιμόνιο και θεά
Πότε κανείς δεν την κοίταξε, στο βάθος όλοι έτρεμαν αυτή τη γύμνια
είχε μια καθαρότητα φρικτή για τους πολλούς
Μία απλότητα που έγδερνε τη σάρκα.
Πλούτος, δόξα, φήμη
Όλα στα πόδια της μικρά βοτσαλάκια
Ούτε τα διέκρινε καθαρά σαν βάδιζε στο πέλαγος τραγουδώντας την πανάρχαια μελωδία …
********
